ΙΡΑΝ «Σύννεφα» πολέμου σε περιβάλλον όξυνσης του ανταγωνισμού

Η επικίνδυνη όξυνση του ενδοϊμπεριαλιστικού ανταγωνισμού επαναφέρει την κλιμάκωση της έντασης στην περιοχή του Περσικού Κόλπου, με απώτερο στόχο το ξαναμοίρασμα και έλεγχο αγορών, πόρων και δρόμων μεταφοράς Ενέργειας. Μπροστά σε αυτόν τον στόχο οι ΗΠΑ πρωταγωνιστούν σε μία νέα φάση σύγκρουσης ενάντια στο Ιράν, βάζοντας μπροστά κάθε μέσο. Τα προσχήματα δεν λείπουν ούτε βεβαίως και οι απόπειρες για προβοκάτσιες, ώστε να φορτιστεί το κλίμα κατάλληλα και να προετοιμαστεί το έδαφος. Δεν είναι τυχαίο πως λίγο μετά από τις εντολές του Πενταγώνου για ενίσχυση των στρατιωτικών δυνάμεων στον Περσικό, ακολούθησαν το πρωί της περασμένης Κυριακής πληροφορίες περί «δολιοφθοράς» αρχικά σε τέσσερα και έπειτα σε τρία δεξαμενόπλοια, ανοιχτά του λιμανιού Φουτζαΐρα των ανατολικών Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων (ΗΑΕ), 70 ναυτικά μίλια από τα στρατηγικά Στενά του Ορμούζ (το μόνο θαλάσσιο πέρασμα για τον Περσικό Κόλπο), από όπου περνά περίπου το 1/5 της μεταφοράς πετρελαίου διεθνώς. Μετά τις πληροφορίες για δολιοφθορές στα τάνκερ, ακολούθησαν, την Τρίτη, επιθέσεις με τηλεκατευθυνόμενα αεροσκάφη των αντικαθεστωτικών Χούτι από την Υεμένη σε τμήμα πετρελαϊκών εγκαταστάσεων της Σαουδικής Αραβίας.
Σε αυτό το πλέγμα εξελίξεων, οι ΗΠΑ:
Από στρατιωτική άποψη, ενισχύουν τις δυνάμεις σε μία περιοχή γεμάτη βάσεις τους, στέλνοντας το αεροπλανοφόρο «Λίνκολν», επίσης βομβαρδιστικά και νέες συστοιχίες πυραύλων «Πάτριοτ» που είχαν αποσύρει πριν από περίπου οκτώ μήνες στο πλαίσιο γενικότερης «αναδιάταξης» δυνάμεων.
Στο πλαίσιο ευρύτερων επιχειρήσεων ψυχολογικού πολέμου διέταξαν τη μερική εκκένωση της βάσης τους στη Βαγδάτη και ανέστειλαν προσωρινά την εκπαίδευση Ιρακινών στρατιωτικών (πράγμα που μιμήθηκαν ακολούθως οι στρατοί Γερμανίας και Ολλανδίας), επικαλούμενες αόριστες και ασαφείς «απειλές».
Σε επίπεδο πολιτικών δηλώσεων, οι απειλές τους διαδέχονται δυσανάλογα τις προσκλήσεις σε «διάλογο» προς το Ιράν με το «πιστόλι στον κρόταφο». Ο Πρόεδρος Τραμπ μελετά ταυτόχρονα επικαιροποιημένα σχέδια του Πενταγώνου για την ανάπτυξη 120.000 στρατιωτών, πέραν των πολλών χιλιάδων άλλων που βρίσκονται στην ευρύτερη περιοχή σε μόνιμη βάση... Παράλληλα, καλεί την ιρανική ηγεσία να του «τηλεφωνήσει» για να δείξει πως είναι ανοιχτός σε παζάρια, αρκεί να φέρουν το επιθυμητό αποτέλεσμα. Συνάντησε, μάλιστα, αργά το βράδυ της Πέμπτης, για πρώτη φορά στον Λευκό Οίκο, τον Πρόεδρο της Ελβετίας, Ουέλι Μάουρερ, καθώς η χώρα του έχει αναλάβει εδώ και δεκαετίες την εκπροσώπηση των ΗΠΑ στο Ιράν. Στόχος, λένε, μεταξύ άλλων, ήταν να ανοιχτεί μέσω Ελβετίας δίαυλος επικοινωνίας με την ιρανική ηγεσία.
Οι δυσκολίες που αντιμετωπίζει η κυβέρνηση Τραμπ αντικειμενικά είναι πολλές και πολυεπίπεδες, δεδομένου πως το Ιράν δεν είναι Ιράκ (επειδή μεταξύ άλλων διαθέτει τεράστιο, έμπειρο και καλά εξοπλισμένο στρατό). Επιπλέον, διαφέρουν σήμερα οι γεωπολιτικές συνθήκες και ο συσχετισμός ιμπεριαλιστικών δυνάμεων εξαιτίας και της αύξησης της στρατιωτικο-πολιτικής επιρροής Ρωσίας και Κίνας. Οι συνθήκες, δηλαδή, δεν είναι καθόλου όμοιες με εκείνες του 2003, όταν ξεκίνησαν στο Ιράκ οι ΗΠΑ και οι σύμμαχοί τους την καταστροφική για τους λαούς ιμπεριαλιστική επέμβαση με πρόσχημα την ανατροπή του τότε Προέδρου Σαντάμ Χουσεΐν με πρόσχημα ανύπαρκτα όπλα «μαζικής καταστροφής».
Οι συσχετισμοί δυνάμεων, επίσης, διαφέρουν πολύ μετά και τον επίσης καταστροφικό πόλεμο που ξεκίνησαν οι ιμπεριαλιστικές δυνάμεις Δύσης και πλούσιων μοναρχιών του Περσικού Κόλπου στη Συρία, αλλά και μετά την έκρυθμη κατάσταση που προκάλεσε έως το Σαχέλ και τη δυτική Αφρική η ιμπεριαλιστική επίθεση των ΗΠΑ και των συμμάχων τους το 2011 στη Λιβύη.
Στην περίπτωση του Ιράν, επομένως, η κατάσταση είναι πιο σύνθετη παρά τις δυσμενείς επιπτώσεις που προκαλούν ξανά στο λαό του οι νέες κυρώσεις των ΗΠΑ και την οικονομική τρομοκρατία με στόχο την ανατροπή της κυβέρνησης. Στους παράγοντες που «ζυγίζονται» είναι και οι σχέσεις με τη Ρωσία και την Κίνα.
Αντιθέσεις...
Οι σχεδιασμοί των ΗΠΑ συναντούν δυσκολίες, καθώς εκφράζονται αντιθέσεις σε σχέση με την επιλογή απότομης κλιμάκωσης της έντασης. Συγκεκριμένα, ο υπουργός Εξωτερικών Μάικ Πομπέο και ο σύμβουλος Εθνικής Ασφάλειας Τζον Μπόλτον είναι θερμοί υποστηρικτές της κλιμάκωσης, ενώ «ενστάσεις» φαίνεται ότι υπάρχουν από την πλευρά του Τραμπ, που θέλει πιέσεις αλλά και παζάρι. Από την πρώτη στιγμή πάντως οι κυβερνήσεις Ισραήλ και Σαουδικής Αραβίας τάχθηκαν υπέρ της πιο δυναμικής αντίδρασης κατά του Ιράν, ειδικά μετά την αποχώρηση των ΗΠΑ, πριν από ένα χρόνο, από τη συμφωνία για το πυρηνικό πρόγραμμά του του 2015.
Σε κάθε περίπτωση, δυσκολίες «ξεπροβάλλουν» και από τις σχέσεις των ΗΠΑ με συμμάχους και εταίρους.
Οταν ο Πομπέο πήγε στο Ιράκ πριν από δύο βδομάδες ζήτησε (σύμφωνα με πληροφορίες της διαδικτυακής εφημερίδας «al Monitor») αλλά δεν εξασφάλισε τη συγκατάθεση του πρωθυπουργού, Αντέλ Αμπντούλ Μαχντί, ότι η χώρα του δεν θα διευκολύνει το Ιράν και θα συμβάλει στην εφαρμογή ασφυκτικών οικονομικών κυρώσεων. Η σημερινή ιρακινή ηγεσία φέρεται πως επιθυμεί να παίξει ρόλο «μεσολαβητή» ανάμεσα σε ΗΠΑ και Ιράν επειδή, ανάμεσα στα άλλα, η ιμπεριαλιστική επέμβαση το 2003 στο Ιράκ όχι μόνο δεν αποδυνάμωσε αλλά ενίσχυσε σημαντικά την εκεί γεωπολιτική επιρροή του Ιράν. Επίσης, στο παζλ μπαίνει η απόφαση της κυβέρνησης του Ιράκ να αγοράσει τους ρωσικούς πυραύλους «S-400», κάτι που προφανώς θα προκαλέσει τριβές με τις ΗΠΑ, αν και μέχρι τώρα δεν έχει υπάρξει κάποια επίσημη αντίδραση.
Παρόμοιο ρόλο επιδιώκουν τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα και το Κατάρ, μονοπώλια των οποίων έχουν συμφέρον από μία αποκλιμάκωση της έντασης και μία διεύρυνση συνεργασίας με την Τεχεράνη, παράλληλα με τις στενές σχέσεις που έχουν με τις ΗΠΑ. Ρόλο «πυροσβέστη» επιθυμούν επίσης Κουβέιτ και Ομάν.
Την ίδια ώρα, «ψυχρή» υποδοχή, σε αυτήν τουλάχιστον τη φάση, αντιμετώπισε ο Πομπέο κατά την ξαφνική μετάβασή του στις Βρυξέλλες, όπου συνάντησε, στις αρχές της βδομάδας, την επικεφαλής της ΕΕ για την Κοινή Εξωτερική Πολιτική και Πολιτική Ασφάλειας, Φεντερίκα Μογκερίνι, και τους υπουργούς Εξωτερικών Γαλλίας, Γερμανίας και Βρετανίας. «Ο Μάικ Πομπέο άκουσε ξεκάθαρα από εμάς, όχι μόνο από εμένα, αλλά και από άλλους υπουργούς των κρατών - μελών, ότι ζούμε σε μια κρίσιμη και εύθραυστη περίοδο, όπου η πιο σοφή στάση, η πιο υπεύθυνη στάση που πρέπει να κρατήσουμε είναι και πιστεύουμε ότι πρέπει να είναι αυτή της απόλυτης αυτοσυγκράτησης και της αποφυγής οποιασδήποτε κλιμάκωσης σε στρατιωτικό επίπεδο», είπε η Μογκερίνι. Παράλληλα, ο Βρετανός υπουργός Εξωτερικών, Τζέρεμι Χαντ, προειδοποίησε για την πιθανότητα «θερμού επεισοδίου λόγω ατυχήματος» απαιτώντας «ψυχραιμία και ηρεμία».
Λίγες μέρες αργότερα, η Γερμανίδα καγκελάριος, Αγκελα Μέρκελ, με συνέντευξή της στη «Zueddeutche Zeitung» παραδέχθηκε πως η Ευρώπη εμφανίζεται «αδύναμη» μετά την αποχώρηση των ΗΠΑ από τη διεθνή συμφωνία του 2015 για το ιρανικό πυρηνικό πρόγραμμα, επισημαίνοντας πως σήμερα η Ευρώπη «δεν είναι διχασμένη» στο συγκεκριμένο ζήτημα όπως ήταν το 2003 με τον πόλεμο κατά του Ιράκ. Η στάση της ΕΕ σχετίζεται με το γεγονός ότι μετά τη διεθνή συμφωνία, ευρωενωσιακά μονοπώλια έχουν αναπτύξει μπίζνες στο Ιράν.
Ρωσία, Κίνα και άλλες δυνάμεις
Από την πλευρά της η Ρωσία, αν και καταγγέλλει ως παράνομες τις αμερικανικές κυρώσεις και εκφράζει ανησυχία για τις τελευταίες κινήσεις, καλεί την ηγεσία του Ιράν να συνεχίσει την εφαρμογή της διεθνούς συμφωνίας του 2015, παρά τη μονομερή αποχώρηση των ΗΠΑ, ωστόσο δικαιολογεί την αναστολή κάποιων δεσμεύσεων που ανακοίνωσε η ιρανική ηγεσία. Η Κίνα επίσης κινείται στην ίδια γραμμή της «αυτοσυγκράτησης». Πάντως, πληροφορίες του πρακτορείου «Ρόιτερς» ανέφεραν ότι το δεξαμενόπλοιο «Marshal Z», που μετέφερε ιρανικό πετρέλαιο, εμφανίστηκε την Πέμπτη κοντά στην κινεζική πόλη Ζουσάν, παρά το αμερικανικό εμπάργκο. Στο Πεκίνο, επίσης, αναμενόταν την Παρασκευή ο Ιρανός υπουργός Εξωτερικών, Μοχάμεντ Τζαβάντ Ζαρίφ, σε μία προσπάθεια να εξακριβώσει ποιες προθέσεις υπάρχουν για νέα βήματα υποστήριξης από τη μεριά της σινικής κυβέρνησης και νέες συμφωνίες.
Ο Ιρανός υπουργός Εξωτερικών, που χαρακτήρισε «απαράδεκτες» τις αμερικανικές πιέσεις και απειλές, είχε μεταβεί προηγουμένως στην Ινδία (που είναι από τους μεγαλύτερους εισαγωγείς ιρανικού πετρελαίου) επιχειρώντας να αποσπάσει ανεπιτυχώς μία απάντηση (εν μέσω εκλογών στη χώρα...) εάν και πότε θα ξαναρχίσουν οι εισαγωγές ιρανικού πετρελαίου. Αντίθετα, πιο θετικό κλίμα βρήκε στην Ιαπωνία, όπου ο πρωθυπουργός Σίνζο Αμπε (γνωστός για τη συνεργασία του με τον Τραμπ) εμφανίστηκε ιδιαίτερα δεκτικός στην περαιτέρω ανάπτυξη των διμερών σχέσεων επαινώντας τον περιφερειακό ρόλο της Τεχεράνης για «σταθερότητα» και «ασφάλεια».
Η επικίνδυνη όξυνση του ανταγωνισμού στην περιοχή του Περσικού Κόλπου, που είναι «συγκοινωνούν δοχείο» με τις εξελισσόμενες επεμβάσεις στη Μέση Ανατολή, απαιτεί αυξημένη επαγρύπνηση από το λαό μας, να δοθεί αποφασιστική απάντηση σε εμπλοκή της χώρας μας, με δεδομένο ότι η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ επιβεβαιώνει καθημερινά ότι δίνει «γην και ύδωρ» σε όλους τους ιμπεριαλιστικούς σχεδιασμούς ΗΠΑ, ΝΑΤΟ και ΕΕ.

Δ. ΟΡΦ.