Ρωσική παρέμβαση στο κορεατικό «παζάρι»
Διεξοδικές συνομιλίες στο Βλαδιβοστόκ είχαν ο Βλαντιμίρ Πούτιν και ο Κιμ Γιονγκ
Ουν
Από τη συνάντηση στο Βλαδιβοστόκ
ΜΟΣΧΑ - ΠΙΟΝΓΙΑΝΓΚ.--
Την επιδίωξη της Ρωσίας για αναβαθμισμένο ρόλο στην Κορεατική Χερσόνησο και συνολικά στην περιοχή Ασίας - Ειρηνικού σηματοδότησε η Σύνοδος Κορυφής Ρωσίας - Βόρειας Κορέας, την Πέμπτη, στο Βλαδιβοστόκ, όπου συναντήθηκαν για πρώτη φορά ο Ρώσος Πρόεδρος, Βλαντιμίρ Πούτιν, και ο Βορειοκορεάτης ηγέτης, Κιμ Γιονγκ Ουν. Οι δύο ηγέτες είχαν πολύωρες και διεξοδικές συνομιλίες δυο μήνες μετά τη χωρίς αποτελέσματα συνάντηση του Κιμ με τον Ντόναλντ Τραμπ στο Βιετνάμ και ενώ η περιοχή Ασίας - Ειρηνικού αποκτά όλο και πιο στρατηγική σημασία για τους ιμπεριαλιστικούς σχεδιασμούς, με αυξημένη την παρουσία της Κίνας.
Ο Πούτιν δεν παρέλειψε να χαιρετίσει «τις προσπάθειες για την ανάπτυξη του δια-κορεατικού διαλόγου και την ομαλοποίηση των σχέσεων Βόρειας Κορέας και ΗΠΑ» και να σημειώσει «την ενεργό συμμετοχή της διεθνούς κοινότητας και όλων των εμπλεκόμενων χωρών» για «εξασφάλιση μόνιμης ειρήνης, σταθερότητας και ευημερίας στην Κορεατική Χερσόνησο». «Μοιραστήκαμε τις θέσεις μας μαζί σας, κύριε Πρόεδρε, σε μια συνομιλία πρόσωπο με πρόσωπο, για θέματα αμοιβαίου ενδιαφέροντος για όλα τα σημαντικά προβλήματα», είπε ο Κιμ, εκφράζοντας την ελπίδα «οι διαπραγματεύσεις μας να συνεχιστούν με τον ίδιο εποικοδομητικό και γόνιμο τρόπο».
Στη συνέντευξη Τύπου που παραχώρησε ο Βλ. Πούτιν μετά τη συνάντηση αναφέρθηκε στη δυνατότητα υλοποίησης κοινών επιχειρηματικών έργων μεταξύ Ρωσίας, Βόρειας και Νότιας Κορέας, όπως «άμεση σιδηροδρομική σύνδεση μεταξύ του Νότου της Κορεατικής Χερσονήσου, του Βορρά και της Ρωσίας, με πρόσβαση στον υπερσιβηρικό σιδηρόδρομο», κατασκευή αγωγών πετρελαίου και φυσικού αερίου, γραμμών μεταφοράς ηλεκτρικής ενέργειας. Αυτές οι επενδύσεις θα ήταν προς το συμφέρον της Νότιας Κορέας, ωστόσο - πρόσθεσε με νόημα - «φαίνεται να υπάρχει έλλειψη κυριαρχίας στη λήψη τελικών αποφάσεων» λόγω των «συμμαχικών υποχρεώσεων της Νότιας Κορέας προς τις ΗΠΑ» και έτσι «σε κάποιο σημείο όλα σταματούν». Σχετικά με την αποπυρηνικοποίηση της Βόρειας Κορέας ο Βλ. Πούτιν είπε πως προϋπόθεση είναι να αποκατασταθεί «η εφαρμογή του διεθνούς δικαίου στην ανάπτυξη των παγκόσμιων σχέσεων και να μην ισχύει ο νόμος του ισχυρού».


Εκτιμήσεις για παραπέρα ενίσχυση των ανταγωνισμών και της έντασης.
Αποκαλυπτική ανάλυση ευρωατλαντικού «think tank» για το ρόλο Ρωσίας - Τουρκίας και τις αντιθέσεις ΗΠΑ - ΕΕ.
Εξέδρα εξόρυξης φυσικού αερίου στην Ανατ. Μεσόγειο.
«Μετά από αυτήν τη Διάσκεψη δεν υπάρχει καμία αμφιβολία... Σίγουρα έχουμε πρόβλημα». Με αυτά τα λόγια έκλεισε, τέλη Φλεβάρη, τις εργασίες της περιλάλητης 55ης Διάσκεψης Ασφάλειας του Μονάχου ο επικεφαλής της, Β. Ισινγκερ, δείχνοντας με τρόπο γλαφυρό ότι τα μαχαίρια των ιμπεριαλιστικών ανταγωνισμών έχουν προ πολλού βγει από τα θηκάρια για τα μερίδια στην καπιταλιστική λεία. Τέτοιες αναλύσεις επαναλαμβάνονται ολοένα και πιο συχνά το τελευταίο διάστημα, συνοδευόμενες από εκτιμήσεις - προειδοποιήσεις για νέες συγκρούσεις που αναδύονται στον ορίζοντα, ως αποτέλεσμα της όξυνσης των ανταγωνισμών ανάμεσα σε ισχυρά ιμπεριαλιστικά κέντρα και κράτη, ιδιαίτερα ανάμεσα στις ΗΠΑ και τη Ρωσία.
Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί μια τέτοια ανάλυση που δημοσίευσε πρόσφατα το «think tank» ευρωατλαντικών θεμάτων «German Marshall fund of the United States» (GMF, ένας από τους συνδιοργανωτές της περίφημης παρασυνόδου του ΝΑΤΟ, αρχές Απρίλη, στην Ουάσιγκτον, όπου οι ΥΠΕΞ των κρατών - μελών γιόρτασαν τα 70 χρόνια της λυκοσυμμαχίας).
Το αποκαλυπτικό κείμενο έχει τίτλο «Οι επιπτώσεις του φυσικού αερίου της Ανατολικής Μεσογείου στην Τουρκία» («The Implications of Eastern Mediterranean Gas for Turkey») και σ' αυτό αναλύονται οι γεωπολιτικές εξελίξεις από τις ενεργειακές ανακαλύψεις ειδικότερα πέριξ της Κύπρου, που αυξάνουν τον ανταγωνισμό και ενδέχεται να προκαλέσουν νέες συγκρούσεις στην περιοχή.
Συγκεκριμένα, αναφέροντας τις ανακαλύψεις νέων κοιτασμάτων, όπως της «ExxonMobil» στα νότια του νησιού, το ίδρυμα εκτιμά ευθύς εξαρχής ότι «τα ενεργειακά ζητήματα θα διαδραματίσουν μεγαλύτερο ρόλο στη νέα περιφερειακή δυναμική και πολλοί πρωταγωνιστές θα ανταγωνίζονται για να εκμεταλλευτούν αυτούς τους νέους πόρους.
Ο ανταγωνισμός για την εκμετάλλευσή τους μπορεί να δημιουργήσει νέες συγκρούσεις στην περιοχή, και όχι να διευκολύνει την επίλυση των υφιστάμενων ή να προκαλέσει περισσότερη συνεργασία και ευημερία».

Η θέση της Τουρκίας.
Η ανάλυση αναγνωρίζει τον σημαντικό περιφερειακό ρόλο της Τουρκίας, η οποία «για γεωπολιτικούς λόγους βρίσκεται σε ισχυρή στρατηγική θέση έναντι των ενεργειακών αγορών και των προμηθευτών, χάρη στο συνεχιζόμενο σχέδιο TurkStream με τη Ρωσία, το έργο Transanatolian Pipeline (TANAP) με το Αζερμπαϊτζάν και τη γραμμή μεταφοράς φυσικού αερίου Ανατολικής Ανατολίας με το Ιράν. Λόγω της θέσης της, η Τουρκία έχει επίσης τη δυνατότητα και τη φιλοδοξία όχι μόνο να εξασφαλίσει τη δική της ζήτηση Ενέργειας, αλλά και να τοποθετηθεί ως ενεργειακός κόμβος για τις ευρωπαϊκές αγορές».
Αναγνωρίζει βέβαια ως «προβληματικά» σημεία ότι η Αγκυρα συνεργάζεται στενά με τους Ρώσους και τους Ιρανούς.
«Αν και το μερίδιο εισαγόμενου αερίου που προέρχεται από τη Ρωσία έχει μειωθεί συνεχώς τα τελευταία χρόνια, εξακολουθεί να είναι πάνω από 50%.
Επιπλέον, με το 17% περίπου, το δεύτερο μεγαλύτερο μερίδιο του μείγματος φυσικού αερίου της Τουρκίας έχει εισαχθεί από το Ιράν τα τελευταία χρόνια», σημειώνει η έκθεση και προειδοποιεί την Αγκυρα ότι θα «πρέπει επειγόντως να βρει άλλες πηγές, εκτός αν θέλει να αντιμετωπίσει εκ νέου την οργή της Ουάσιγκτον για το Ιράν (...)
Επομένως, εάν η κυβέρνηση επιθυμεί να γίνει η Τουρκία ο κύριος ενεργειακός κόμβος της περιοχής, πρέπει πρώτα απ' όλα να εξασφαλίσει αξιόπιστες και ποικίλες πηγές Ενέργειας».
Επ' αυτού ακριβώς τονίζει: «Λαμβάνοντας υπόψη αυτές τις περιστάσεις, η ανακάλυψη μεγάλων πόρων φυσικού αερίου στην Ανατ.
Μεσόγειο και το γεγονός ότι οι αγωγοί μέσω Τουρκίας θα αποτελούσαν την αποτελεσματικότερη διαδρομή - πορεία προς την Ευρώπη, θα αποτελέσουν μια ευπρόσδεκτη ευκαιρία για τις χώρες της Τουρκίας, της Ευρώπης και της Ανατολικής Μεσογείου που αναζητούν αγορές φυσικού αερίου.
Ωστόσο, η ανεπίλυτη σύγκρουση στο Κυπριακό και οι αμφιλεγόμενες σχέσεις με τις χώρες της περιοχής αποτελούν σημαντικά εμπόδια στο θέμα αυτό».
Είναι φανερό ότι η έκθεση δεν καταγράφει ούτε διαπιστώνει απλά την κατάσταση που διαμορφώνεται από τους ανταγωνισμούς για την Ενέργεια στην Ανατ. Μεσόγειο.
Αντίθετα, παίρνει θέση και χρησιμοποιεί τα «συμπεράσματά» της ως μέσο πίεσης για να ευθυγραμμιστεί η Τουρκία με τον αμερικανοΝΑΤΟικό σχεδιασμό, με «αντάλλαγμα» να αποκτήσει αυτή το πρόκριμα για την ανάδειξη σε ενεργειακό κόμβο, αναλαμβάνοντας κυρίαρχο ρόλο στη μεταφορά του φυσικού αερίου από «εναλλακτικές πηγές» προς τις αγορές της Ευρώπης.
Το Κυπριακό και η συνδιαχείριση.
Σε συνέχεια των παραπάνω, και καθώς το παζάρι ΗΠΑ - ΝΑΤΟ με την Τουρκία συνεχίζεται, με εμπλοκή και της Ελλάδας, η έκθεση υπογραμμίζει: «Δεδομένης της ενεργειακά στρατηγικής της θέσης, η Τουρκία είναι η πλέον συμφέρουσα δίοδος για την κατασκευή υπεράκτιου αγωγού εξαγωγής των ενεργειακών πόρων της περιοχής προς την Ευρώπη. Το αέριο από τα παράκτια πεδία μπορεί να μεταφερθεί μέσω της τουρκικής πόλης Ceyhan στον αγωγό TANAP, του οποίου η υποδομή για περαιτέρω μεταφορές μέσω της Τουρκίας και της ΕΕ υπάρχει ήδη. Ωστόσο, οι σημερινές συγκρουσιακές σχέσεις της Τουρκίας με όλες σχεδόν τις χώρες που εμπλέκονται στους πόρους - όπως η Κυπριακή Δημοκρατία, η Ελλάδα, το Ισραήλ και η Αίγυπτος - πιθανόν να την εμποδίσουν να διαδραματίσει αυτόν τον ρόλο και να γίνει ο κύριος ενεργειακός κόμβος της περιοχής». Το ερώτημα λοιπόν που τίθεται, είναι μέσα από ποιους συμβιβασμούς και ποια κανάλια θα υπάρξει συμμετοχή της Τουρκίας στο σχεδιασμό για αξιοποίηση και μεταφορά του φυσικού αερίου από την Ανατ. Μεσόγειο προς την Ευρώπη.
Παρά το γεγονός ότι δεν υπάρχουν ευθείες αναφορές, ένα τέτοιο ενδεχόμενο «ακουμπάει» με βεβαιότητα τα κυριαρχικά δικαιώματα τόσο της Ελλάδας όσο και της Κύπρου, με δεδομένη τη θέση των ΑμερικανοΝΑΤΟικών, αλλά και της ΕΕ, για συνεκμετάλλευση των ενεργειακών κοιτασμάτων στην κυπριακή και στην ελληνική ΑΟΖ.
Διαβάζουμε, για παράδειγμα, σε ειδική παράγραφο, με τίτλο «Η κυπριακή σύγκρουση ως εμπόδιο»: «Αρχικά, κάποιοι εξέφρασαν την ελπίδα ότι η προοπτική εισοδήματος μερικών εκατοντάδων δισεκατομμυρίων δολαρίων από την εκμετάλλευση του φυσικού αερίου θα προκαλούσε και τις δύο πλευρές να επιδιώξουν την επίλυση της μακρόχρονης σύγκρουσης.
Αυτό θα μπορούσε να επιτρέψει στην Τουρκία και την ΕΕ να αντιμετωπίσουν πολλά από τα άλλα ζητήματα της σχέσης τους, όπως η επικαιροποίηση της τελωνειακής ένωσης.
Αυτές οι ελπίδες δεν έχουν υλοποιηθεί, όμως».
Νομιμοποιώντας επί της ουσίας τις αμφισβητήσεις της Τουρκίας στην περιοχή, η ανάλυση παρουσιάζει περιγραφικά τις τουρκικές αξιώσεις και προκλήσεις σε «αμφισβητούμενα ύδατα» και στο διά ταύτα αναφέρει: «Η Κυπριακή Δημοκρατία συνεργάζεται με το Ισραήλ, την Αίγυπτο και την εταιρεία ΕΝΙ της Ιταλίας για να εκμεταλλευτεί τους πόρους που ανακαλύφθηκαν πρόσφατα, αφήνοντας την Τουρκία περιθωριοποιημένη.
Παρ' όλα αυτά, υπάρχουν πολιτικές και οικονομικές προκλήσεις για την Κύπρο στη χρήση αυτών των πηγών Ενέργειας και στην εξαγωγή τους»...
Είναι σαφές το υπονοούμενο ότι χωρίς συμβιβασμό με την Τουρκία, όπως απαιτούν άλλωστε και τα μονοπώλια της Ενέργειας που δραστηριοποιούνται στην περιοχή, μειώνονται οι δυνατότητες της Κύπρου να αξιοποιήσει και να εξαγάγει το αέριο από τα κοιτάσματα στην ΑΟΖ της.
Ο ρόλος της Ρωσίας.
Το ενδιαφέρον για τη συγκεκριμένη ανάλυση μεγαλώνει στο σημείο που καταγράφει το ρόλο της Ρωσίας ως βασικού παράγοντα που επιδρά στις εξελίξεις στην περιοχή. Σημειώνεται χαρακτηριστικά ότι «ο ρόλος της Ρωσίας σε αυτά τα θέματα δεν πρέπει επίσης να αγνοηθεί» καθώς «τα ενεργειακά έσοδα είναι ένα από τα λίγα πλεονεκτήματα της οικονομίας της, είναι βασικά για τα δημόσια οικονομικά της, και ως εκ τούτου υψηλής προτεραιότητας για τη Μόσχα.
Ο περιορισμός του ανταγωνισμού μεταξύ των προμηθευτών φυσικού αερίου και η διατήρηση υψηλών τιμών είναι προς το συμφέρον της Ρωσίας γενικά». Και σε άλλο σημείο: «Οπως αναφέρθηκε, η Ρωσία είναι η κυρίαρχη πηγή πετρελαίου και φυσικού αερίου για την Τουρκία και το μεγαλύτερο μέρος της Ευρώπης, μια θέση που μπορεί να χρησιμοποιήσει προς όφελός της και θα προσπαθήσει σκληρά για να προστατεύσει.
Χάρη στη συμμετοχή της στον πόλεμο της Συρίας και την επακόλουθη επίδραση που έχει στο καθεστώς στη Δαμασκό, η Ρωσία πρέπει να ληφθεί υπόψη ως "παίκτης" στην Ανατολική Μεσόγειο.
Επωφελείται από τη διάσταση και την έλλειψη συνεργασίας μεταξύ των κρατών της περιοχής, καθώς αυτό μειώνει τον ανταγωνισμό εφοδιασμού στην ευρωπαϊκή αγορά φυσικού αερίου». Ο ρόλος της Ρωσίας, οι σχέσεις της με την Τουρκία, αλλά και με κράτη - μέλη της ΕΕ, που είναι ταυτόχρονα και εταίροι των ΗΠΑ στο ΝΑΤΟ, όπως η Γερμανία, διαπερνούν και τα επόμενα κεφάλαια της ανάλυσης, όπου προσεγγίζονται πιθανά σενάρια και «λύσεις».
Σύμφωνα με την ανάλυση, «η ΕΕ θεωρεί τις πηγές Ενέργειας στην Ανατολική Μεσόγειο ως μια εναλλακτική λύση έναντι των εισαγωγών φυσικού αερίου από τη Ρωσία, αλλά υπάρχει πολύς δρόμος για να καταστεί η περιοχή ένα ενεργειακό κέντρο.
Ακόμη και σε ένα ιδανικό σενάριο όσον αφορά τη διαφοροποίηση των πηγών αερίου για την ΕΕ και την Τουρκία, θα παραμείνει ένας αξιοσημείωτος βαθμός εξάρτησης από τη Ρωσία, απλά λόγω της διαφοράς κλίμακας».
Αυτό σημαίνει ότι η ποσότητα, η ανταγωνιστική τιμή και το μικρότερο κόστος μεταφοράς του ρωσικού αερίου θα αποτελούν για πολλά χρόνια ακόμα «συγκριτικό πλεονέκτημα» έναντι οποιασδήποτε άλλης πηγής, την ίδια ώρα μάλιστα που «εξακολουθούν να υπάρχουν πολλά εμπόδια όσον αφορά την εξόρυξη του φυσικού αερίου (σ.σ. στην Ανατ. Μεσόγειο), τη μεταφορά του στις αγορές, τις υποδομές και τις πολιτικές συγκρούσεις που θα μπορούσαν να εκφυλίσουν την όλη υπόθεση»...

Μυρίζει μπαρούτι.
Συμπερασματικά, η ανάλυση σημειώνει: «Τελικά, οι φυσικοί πόροι στην Ανατολική Μεσόγειο θα έχουν βαθιές επιπτώσεις στην περιφερειακή γεωπολιτική και οικονομική ισορροπία. Σε μια περιοχή που έχει ήδη καταστραφεί από πολλές συγκρούσεις, οι νέες εντάσεις σχετικά με τους πόρους είναι άσχημα νέα όχι μόνο για τις χώρες εκεί, αλλά και για ολόκληρη την Ευρώπη, από την άποψη της ενεργειακής ασφάλειας και της ασφάλειας εν γένει». Γι' αυτό, «χωρίς μια συνολική και συντονισμένη προσέγγιση από την ΕΕ και τα ενδιαφερόμενα μέρη, οι συγκρούσεις θα συνεχίσουν να υπονομεύουν όλες τις προσπάθειες για την προώθηση της ειρήνης και της οικονομικής ανάπτυξης.
Οπως συμβαίνει με πολλά άλλα θέματα, αν ΗΠΑ και ΕΕ κατορθώσουν να βρουν μια κοινή θέση, έχουν μεγαλύτερες πιθανότητες να επιτύχουν τους στόχους τους στην περιοχή.
Ως εκ τούτου, θα πρέπει να διαδραματίσουν πιο ενεργό ρόλο τους προσεχείς μήνες για να μειώσουν τις δυνατότητες νέων εντάσεων όσον αφορά τους ενεργειακούς πόρους στην περιοχή».
Μέσα σε ένα τέτοιο «πανόραμα» ανταγωνισμών, είναι τουλάχιστον προκλητικό για το λαό να ακούει την κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ να μιλάει για «ευκαιρίες αναβάθμισης» της Ελλάδας στον ενεργειακό χάρτη, όταν κάτι τέτοιο προϋποθέτει τη βαθύτερη εμπλοκή σε αντιθέσεις που μυρίζουν μπαρούτι, όπως κυνικά διαπιστώνει και η ανάλυση του ευρωατλαντικού «think tank».
Θ. Μπ.


Ξανά στους δρόμους τα “κίτρινα γιλέκα”. Άγρια αστυνομική καταστολή στο Στρασβούργο
Για 24ο συνεχόμενο Σάββατο διαδήλωσαν και πάλι στους δρόμους των γαλλικών πόλεων τα “κίτρινα γιλέκα”, δίνοντας απορριπτική απάντηση στις μεθοδεύσεις του Εμανουέλ Μακρόν, όπως τις εξέφρασε στην πρόσφατη συνέντευξη Τύπου.
Επίκεντρο των σημερινών διαδηλώσεων είχε οριστεί το Στρασβούργο, με στόχο τη διαμαρτυρία έξω από το κτίριο της Ευρωβουλής.
Στην πόλη του Στρασβούργου συγκεντρώθηκαν εκτός των Γάλλων και χιλιάδες Γερμανοί και Βέλγοι διαδηλωτές, προσδίδοντας στην κινητοποίηση διεθνιστικό χαρακτήρα.
Ενώ η γαλλική αστυνομία είχε απαγορεύσει την πρόσβαση στο κέντρο της πόλης, η απόπειρα των διαδηλωτών να πραγματοποιήσουν πορεία προς το κτίριο της Ευρωβουλής αντιμετωπίστηκε με βροχή δακρυγόνων.
Εντούτοις, οι αστυνομικές βιαιότητες δεν στάθηκαν ικανές να διαλύσουν το πλήθος των διαδηλωτών.
Μαζική και μαχητική ήταν και η κινητοποίηση στο Παρίσι, όπου παρά την απαγόρευση πρόσβασης στο κέντρο της γαλλικής πρωτεύουσας πραγματοποιήθηκε συγκέντρωση έξω από το κρατικό Radio France και πορεία προς τα κτίρια των πέντε μεγάλων καναλιών.
Η πορεία έγινε λόγω της ελλιπούς κάλυψης των κινητοποιήσεων από τα μεγάλα ΜΜΕ, τα οποία, επιπλέον, λειτουργούν ως φερέφωνα της γαλλικής κυβέρνησης και της αστυνομίας.
Μεγάλη ήταν και η κινητοποίηση στον πύργο Μονπαρνάς, όπου τα “κίτρινα γιλέκα” συναντήθηκαν με τα “κόκκινα γιλέκα” της αριστερής συνδικαλιστικής συνομοσπονδίας CGT.
Η κινητοποίηση αυτή αποτέλεσε και μια “prova generale” για τις μεγάλες διαδηλώσεις της Πρωτομαγιάς